Θαλάσσια ζωή

Με τον όρο διαχείριση βιολογικών πόρων εννοούμε την αλληλεπίδραση/ αλληλένδετη σχέση που έχει το φυσικό περιβάλλον με την άγρια ζωή και τους ανθρώπινους πληθυσμούς με απώτερο σκοπό την επίτευξη των ανθρώπινων στόχων.

Με άλλα λόγια η διαχείριση των πόρων είναι ο χειρισμός των πληθυσμών και βιοτόπων προς επίτευξη καθορισμένων στόχων.

Η ορθολογική διαχείριση την οποία θα πρέπει να έχει ως στόχο ο εκάστοτε υπεύθυνος φορέας, είναι εκείνη που εξασφαλίζει την αειφόρο ανάπτυξη.

Στόχοι διαχείρισης των βιολογικών πόρων:

Τρεις είναι οι κύριες εναλλακτικές κατευθύνσεις κατά το σχεδιασμό διαχείρισης των βιολογικών πόρων:

  1. Αύξηση των πληθυσμών
  2. Αφαίρεση ατόμων από τον πληθυσμό σε μία συνεχή βάση με την προϋπόθεση ότι μένουν αρκετά, ώστε να αναπαράγεται ο πληθυσμός αντικαθιστώντας ότι αφαιρέθηκε
  3. Σταθεροποίηση ή μείωση πληθυσμών.

Η θαλάσσια χελώνα (Caretta caretta)

caretta caretta

Η θαλάσσια χελώνα Caretta caretta είναι το μοναδικό είδος θαλάσσιας χελώνας της Μεσογείου που αναπαράγεται στην Ελλάδα. Διακρίνονται εύκολα από τις άλλες θαλάσσιες χελώνες από τα μεγάλα κεφάλια τους, τα κοκκινοκαφέ κελύφη και κιτρινοκαφέ δέρμα. Οι θαλάσσιες χελώνες πάντοτε επιστρέφουν στον τόπο που γεννήθηκαν για να αποθέσουν κι εκείνες με τη σειρά τους τα δικά τους αυγά. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι καταστροφή της παραλίας ή κατάληψη της από ανθρώπινες δραστηριότητες σημαίνει αδυναμία αναπαραγωγής των θαλάσσιων χελωνών που γεννήθηκαν εκεί, επομένως έχει τεράστια σημασία η διατήρηση των συνθηκών για να διασωθούν οι φωλιές, διαφορετικά διακυβεύεται η επιβίωση του είδους.

Οι παραλίες ωοτοκίας της θαλάσσιας χελώνας στην Ελλάδα εντοπίζονται στη Ζάκυνθο (παραλίες του κόλπου του Λαγανά), στη Κεφαλονιά (στον κόλπο Μούντα, ανάμεσα στη Σκάλα και τον Κατελειό, στη Μεγάλη Άμμο, την παραλία Άμμες στις Μηνιές, στο Μακρύ Γιαλό στη Λάσση ή στο Μέγα Λάκκο στο Ληξούρι), στην Πελοπόννησο και στην Κρήτη. Η περίοδος επώασης είναι από τον Ιούνιο μέχρι τον Αύγουστο, μήνες κατά τους οποίους τα θηλυκά βγαίνουν στην παραλία για να αποθέσουν τα αυγά. Η θηλυκή χελώνα εξερευνά το έδαφος ελέγχοντας την απόσταση από την θάλασσα, την θερμοκρασία και την ποιότητα της άμμου για να διαλέξει το πιο κατάλληλο μέρος όπου θα αποθέσει τα αυγά της. Μόλις διαλέξει το σημείο σκάβει με τα πτερύγια μια τρύπα βάθους 50 εκ αποθέτει εκεί τα αυγά, που είναι μικρά και μαλακά ώστε να μη σπάνε πέφτοντας. Γεννάει περίπου 120 αυγά που κάνουν (το 60%) πενήντα περίπου ημέρες για να εκκολαφθούν. Τα νεογνά μόλις βγουν κατευθύνονται προς την θάλασσα ακολουθώντας τον ορίζοντα και το φώς του φεγγαριού που αντανακλάται στο νερό αλλά μόνο ένα μικρό μέρος επιβιώνει γιατί σήμερα υπάρχουν εμπόδια στην παραλία και φώτα από εστιατόρια και πάμπ που αποπροσανατολίζουν τα χελωνάκια. Όταν φτάσουν το νερό οι κίνδυνοι δεν τελειώνουν και μόνο ένα στα χίλια ενηλικιώνεται!

Η Caretta caretta θεωρείται ότι είναι ένα από τα παλαιότερα είδη στον κόσμο, πλέον χαρακτηρίζεται ως απειλούμενο και κινδυνεύει με αφανισμό (EN κατά IUCN) γι’ αυτό χρειάζεται τη βοήθεια όλων μας!

 

Η μεσογειακή φώκια (Monachus monachus)

monachus monachus

H φώκια Monachus monachus ή Μεσογειακή φώκια είναι θαλάσσιο θηλαστικό και ανήκει στην οικογένεια των Φωκιδών, πήρε το όνομα “Φώκια η Μοναχός” λόγω του δερματικού εξογκώματος πίσω από το κεφάλι που μοιάζει με την κουκούλα των καλόγερων. Στην Ελλάδα ζει και αναπαράγεται με ικανοποιητικούς ρυθμούς. Η μεσογειακή φώκια είναι αυτή την στιγμή το πιο απειλούμενο με εξαφάνιση ζώο της Ευρώπης. Αν και κάποτε ζούσε σε όλη την Μεσόγειο, τις ακτές του Ατλαντικού και την Μαύρη Θάλασσα, σήμερα τα λίγες εκατοντάδες ζώα που έχουν μείνει περιορίζονται στις ακτές του Αιγαίου, του Ιονίου, του Μαρόκου και της Μαυριτανίας. Η φώκια της Μεσογείου έδωσε το όνομα της σε δυο αρχαίες ελληνικές πόλεις, την Φώκαια της Αττικής και την αποικία της στην Μικρά Ασία με το ίδιο όνομα. Μέχρι τον 15ο αιώνα ο πληθυσμός τους ήταν μεγάλος και γινόταν συστηματική θήρευση. Σήμερα υπολογίζεται ότι απομένουν περίπου 500 άτομα του είδους.

Είναι από τα μεγαλύτερα είδη φωκών στον κόσμο και το μήκος της φτάνει τα 2-3 μέτρα ενώ το βάρος της κατά μέσο όρο είναι 250 κιλά. Το δέρμα της καλύπτεται από στιλπνό τρίχωμα με πιο συνηθισμένα χρώματα το γκρίζο ή καφέ στη ράχη με πιο ανοιχτόχρωμη κοιλιά. Τα νεογέννητα έχουν μήκος 1 μέτρο και ζυγίζουν 15-20 κιλά. Το δέρμα τους καλύπτεται από μακρύ μαύρο τρίχωμα με ένα άσπρο "μπάλωμα" στην κοιλιά. Η φώκια Μοναχός τρέφεται με ποικιλία ψαριών και με χταπόδια, καλαμάρια κ.α. Χρειάζεται τροφή και αντιστοιχεί περίπου στο 5% του βάρους της και για να τη βρει, μπορεί να διανύσει μεγάλες αποστάσεις. Είναι ζώο με αξιόλογη νοημοσύνη, περιέργεια και δυνατότητα προσαρμογής. Αν και θηλαστικό, ο μεταβολισμός της επιτρέπει να μπορεί να κρατάει την αναπνοή της μέχρι και 15 λεπτά κάτω από το νερό. Όταν βρίσκεται σε κατάδυση, που μπορεί να φτάσει και τα 100 μέτρα, ειδικοί μύες σφραγίζουν τα ρουθούνια της. Τα θηλυκά ωριμάζουν σε ηλικία 3 ή 4 ετών ενώ τα αρσενικά αργούν λίγο περισσότερο. Η διάρκεια της ζωής τους φτάνει στα 30 - 45 χρόνια. Η αναπαραγωγική περίοδος τοποθετείται στους μήνες Μάιο - Νοέμβριο. Επειδή ο αναπαραγωγικός κύκλος διαρκεί περίπου 12 μήνες (10 μήνες κύηση και 6 - 8 βδομάδες γαλουχία) και γεννάει ένα μόνο μικρό κάθε 2 χρόνια, ο ρυθμός αναπαραγωγής είναι αργός. Στην περίοδο από την κύηση μέχρι την ηλικία των 3 μηνών η φώκια παρουσιάζει την μεγαλύτερη ευπάθεια. Σε περίπτωση ενόχλησης μέσα στις σπηλιές ο πανικός της ομάδας και η βιαστική έξοδος μπορούν να προκαλέσουν αποβολή στη μητέρα ή τραυματισμό του νεαρού μέλους, που δεν είναι ακόμα ικανό να κινείται γρήγορα ή να κολυμπά σωστά.

Αυτό που επιδιώκουν οι θαλάσσιες φώκιες είναι να συνεχίσουν να υπάρχουν στις αρχαίες θάλασσες που έζησαν τόσες χιλιάδες χρόνια τώρα. Δυστυχώς οι θάλασσες αυτές έχουν αλλάξει: μόλυνση, πλαστικά, υπερεντατική αλιεία και ψαράδες που σκοτώνουν τις φώκιες γιατί θεωρούν ότι τους "κλέβουν" τα ψάρια από τα δίχτυα. Αρχαία Ελληνικά νομίσματα με φώκιες την απεικονίζουν και αποσπάσματα της Οδύσσειας του Ομήρου, την περιγράφουν να λιάζεται σε αμμουδερές ακτές της Ελλάδας. Αυτό αποδεικνύει ότι οι αρχαίοι Έλληνες είχαν καλές σχέσεις με το ζώο αυτό, πράγμα που του επίτρεπε να λιάζεται ανενόχλητο στις παραλίες. Σήμερα διωγμένη απ’ τον άνθρωπο ζητάει καταφύγιο σε ακτές και βραχώδη νησιά, μακριά απ’ τον μεγάλο της εχθρό που κοιτάζοντας μόνο το συμφέρον του λειτουργεί εις βάρος της. Την κυνηγάει εδώ και πολλά χρόνια για το κρέας, τη γούνα και το λίπος της. Το κυνήγι γίνεται συνήθως την περίοδο της αναπαραγωγής όταν οι φώκιες έχουν βγει στη στεριά και είναι πολύ δύσκολο να ξεφύγουν. Βέβαια υπάρχουν και οικολογικές οργανώσεις, οι οποίες έχουν ευαισθητοποιηθεί και προσπαθούν να αποτρέψουν την εξαφάνιση του ζώου αυτού, όμως οι προσπάθειες τους αν και αξιόλογες, δεν είναι ακόμα αρκετές για να λύσουν το πρόβλημα.

Η Μεσογειακή φώκια εξαιτίας της υψηλής της θέσης στην οικολογική πυραμίδα, μπορεί να θεωρηθεί ως δείκτης υγείας του θαλάσσιου περιβάλλοντος και σίγουρα αποτελεί ένα σύμβολο. Η εξαφάνισή της μπορεί να θεωρηθεί προοίμιο μιας επικείμενης γενικότερης υποβάθμισης του θαλάσσιου οικοσυστήματος. Η ανάγκη προστασίας της είναι επιτακτική, για να μπορούν να τη συναντούν στις θάλασσές μας και οι επόμενες γενιές.

 

Τα Δελφίνια των ΠΠ της Κεφαλονιάς-Ιθάκης

Τα δελφίνια θεωρούνται από τα πλέον ευφυή ζώα και έχουν καταστεί δημοφιλή στους ανθρώπους μέσα στους αιώνες για την παιχνιδιάρικη και φιλική συμπεριφορά τους. Η ονομασία προέρχεται από τα αρχαία ελληνικά δελφύς (μήτρα). Έτσι, το όνομα του ζώου μπορεί να μεταφραστεί ως "ψάρι με μήτρα"

Συνολικά στις περισσότερες θαλάσσιες περιοχές της Ελλάδας μπορούν να συναντηθούν 9 διαφορετικά είδη δελφινιών. Συχνότερα εμφανίζονται: το Ρινοδέλφινο, το Ζωνοδέλφινο, το Κοινό Δελφίνι και το Σταχτοδέλφινο. Πολύ πιο σπάνια μπορεί να συναντήσει κανείς το Μαυροδέλφινο, την Ψευδόρκα, την Όρκα (που είναι δελφίνι και όχι φάλαινα ούτε και «δολοφόνος», όπως εσφαλμένα αποκαλείται από μερικούς), το Στενόρυγχο δελφίνι ή Φώκαινα. Στις θαλάσσιες περιοχές της Κεφαλονιάς και της Ιθάκης πιο συχνά απαντώνται το Ρινοδέλφινο και το Κοινό δελφίνι.

Το Ρινοδέλφινο (Tursiops truncatus)

ρινοδελφινο

Ανήκει στην οικογένεια Delphinidae στην υποταξη οδοντοκήτη, συχνά συγχέεται με το σταχτοδέλφινο Grampus griseus. Πρόκειται για ένα μεγάλο δελφίνι, και με ένα μάλλον κοντό και χονδροειδές ράμφος. Το ραχιαίο πτερύγιο, το οποίο είναι μεγάλο, ψηλό, και γυρτό στην άκρη, βρίσκεται στο μέσο της πλάτης. Τα πλευρικά πτερύγια είναι μέτρια, λεπτά, και πιο σκούρα στα άκρα. Ο χρωματισμός του είναι μάλλον ενιαίος χωρίς μεγάλες διαφοροποιήσεις, είναι κυρίως σκούρο στο πίσω μέρος (αν και ποικίλλει από ανοιχτό γκρι έως σχεδόν μαύρο) και λευκό, και μερικές φορές ροζ, στην κοιλιά. Ορισμένα άτομα μπορεί να παρουσιάσουν μια ανοιχτόχρωμη ζώνη που επιμηκύνεται από το άνω μέρος των πλευρικών πτερυγίων μέχρι το ραχιαίο πτερύγιο. Τα Ρινοδέλφινα έχουν περίπου 36 και 54 αιχμηρά δόντια σε κάθε σαγόνι. Είναι ένα από τα μεγαλύτερα μέλη της οικογένειας Delphinidae. Το μέγιστο μέγεθός του ποικίλλει ανάλογα με την περιοχή, κατά τρόπο αντίστροφα ανάλογο με τη θερμοκρασία του νερού. Τα Ρινοδέλφινα συνήθως φθάνουν 1,9 – 4,1 μέτρα, τα αρσενικά είναι ελαφρώς μεγαλύτερα από τα θηλυκά. Στην Ελλάδα το μέγιστο ολικό μήκος για τα αρσενικά είναι 3,3 μέτρα και 3,2 για τα θηλυκά.

Χαρακτηριστικά αναγνώρισης:

  • Συμπαγές σώμα και κεφάλι με ένα μικρό ρύγχος σαφώς διαφοροποιημένο από το πεπόνι.
  • Σκούρο γκρι στο πίσω μέρος του σώματος, πιο ανοιχτό στις πλευρές και σχεδόν λευκό στην κοιλιά, χωρίς έντονα σχέδια η γραμμώσεις.
  • Μπορούν να παρουσιάσουν γκρίζο χρωματισμό στην πλάτη.
  • Ψηλό, φαρδύ ραχιαίο πτερύγιο, που βρίσκεται κοντά στο μέσο της πλάτης (το σχήμα είναι μεταβλητό).
  • Τα πλευρικά πτερύγια είναι μακριά και μυτερά στις άκρες. Μυτερά πτερύγια ουράς.
  • Πολύ ενεργό, συνήθως κολυμπάει μπροστά στα σκάφη.
  • Δημιουργεί μικρές ομάδες και μπορεί μερικές φορές να παρατηρηθεί και με άλλα είδη κητωδών.
  • Είναι το δεύτερο μεγαλύτερο δελφίνι στις Ελληνικές θάλασσες μετά το σταχτοδέλφινο

ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗΣ ΣΤΗ ΜΕΣΟΓΕΙΟ: Ευάλωτο, VU κατά IUCN

Το κοινό δελφίνι (Delphinus delphis)

δελφίνι

Δυστυχώς μόνο κοινό δεν είναι στις ελληνικές θάλασσες, καθώς κινδυνεύει με εξαφάνιση, σύμφωνα με το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Ειδών Ζώων της Ελλάδας (Αθήνα, 2009). Το υδροδυναμικό του σχήμα, του επιτρέπει να αναπτύσσει ιδιαίτερα μεγάλες ταχύτητες που φτάνουν τα 65 χλμ/ ώρα! Τα χρώματά του, μια σύνθεση από γκρι, μαύρο άσπρο και κίτρινο είναι ιδιαίτερα σύνθετα και διαφέρουν πολύ από των άλλων δελφινιών. Το μέσο μήκος του είναι 1,80 μέτρα και τρέφεται με ψάρια όπως ο γαύρος, η σαρδέλα και πιθανότατα και με καλαμάρια. Δε ξέρουμε ακριβώς πόσα κοινά δελφίνια κολυμπάνε στα ελληνικά νερά αλλά γνωρίζουμε ότι ο πληθυσμός του έχει υποστεί σοβαρή μείωση τα τελευταία 30 - 40 χρόνια. Υπό κανονικές συνθήκες, γεννάει ένα μικρό ανά 2-3 χρόνια και η κύηση διαρκεί 10 - 11 μήνες. Άγνωστη είναι η μέγιστη ηλικία των κοινών δελφινιών. Έχουν αναγνωριστεί δύο διαφορετικές μορφές: το κοντόρυγχο και μακρύρυγχο:

Το κοντόρυγχο έχει περισσότερο στρογγυλεμένη κεφαλή, πολύπλοκο σχέδιο στο ρύγχος, εντονότερη μαύρη κηλίδα γύρω από το μάτι, στενότερη ταινία μεταξύ της κάτω σιαγόνας και των πτερυγίων και φωτεινότερα χρώματα. Συνήθως πελαγικό. •Tο μακρύρυγχο Συνήθως παράκτιο. Τα συναντάει κανείς σε περιοχές με βάθη έως 200 μέτρα και κοντά στην ακτή στο Ιόνιο Πέλαγος (Βόρια και κεντρικά), στον Σαρωνικό και τον Κορινθιακό, στα Δωδεκάνησα, τον Βόρειο Ευβοϊκό και τον Παγασητικό, στις Κυκλάδες το Βορειοανατολικό Αιγαίο, τον Θερμαϊκό, ενώ η σημαντικότερη περιοχή για το είδος είναι το Θρακικό Πέλαγος. Στον Κορινθιακό κόλπο, συμβαίνει ένα παγκοσμίως μοναδικό φαινόμενο, αφού κοινά δελφίνια, ζωνοδέλφινα και σταχτοδέλφινα ζουν μόνιμα σε μεικτές κοινωνίες, κάτι που δεν συμβαίνει πουθενά αλλού στον κόσμο. Η ζωή τους απειλείται από τη μείωση της διαθέσιμης τροφής, από τις αλιευτικές δραστηριότητες (ηθελημένη θανάτωση ή τυχαία παγίδευση), αλλά και τη μόλυνση από τεχνητές χημικές ενώσεις.

 

Πίννα (Pinna nobilis)

πίννα

Η Πίννα είναι είδος εδραίο στον θαλάσσιο πυθμένα (δεν μπορεί να κινηθεί) και καθώς τρέφεται φιλτράροντας το θαλασσινό νερό, συμβάλει στη διατήρηση της καθαρότητας του παράκτιων νερών. Η μέση διάρκεια ζωής της είναι τα 20 χρόνια. Συναντάται σε βάθη από 0,5 έως 60 μέτρα, μέσα ή κοντά σε λιβάδια Posidonia oceanica (L.) και Cymodocea nodosa. Οι κύριοι παράγοντες που χαρακτηρίζουν τον οικότοπο του Pinna nobilis είναι ο καλός φωτισμός, το καθαρό νερό, οι χαμηλές εποχιακές μεταβολές της αλατότητας (3,4 έως 4%), οι μέτριες θερμοκρασίες (7 έως 28°C) και η ομοιόμορφη αργή ροή με αρκετά θρεπτικά συστατικά. Αναπαράγεται μόνο μία φορά το χρόνο κατά τη διάρκεια λίγων εβδομάδων στο τέλος του καλοκαιριού. Κύριος παράγοντες απειλής της είναι ακόμη η παράνομη αλιεία και η καταστροφή των οικοσυστημάτων στα σημεία που ζει λόγω αγκυροβολίας ή παράνομης αλιείας με συρόμενα εργαλεία. Το κέλυφος της (Pinna nobilis L.) είναι το μεγαλύτερο οστρακοειδές που ζει μόνο στη Μεσόγειο.

Τους τελευταίους μήνες καταγράφεται στις ελληνικές θάλασσες μία νέα σημαντική απειλή, που κινδυνεύει να αφανίσει την Πίννα (Pinna nobilis). Πρόκεται για το παράσιτο Haplosporidum pinnae. Το παράσιτο αυτό εντοπίστηκε για πρώτη φορά στις ακτές της Ισπανίας το 2016 και έχει ήδη εξαλείψει ολόκληρους πληθυσμούς Πίννας στη δυτική Μεσόγειο. Τα καταστροφικά αποτελέσματα της επέλασης του είναι πλέον εμφανή τόσο στις θάλασσες της Κεφαλονιάς όσο και της Ιθάκης. Η Πίννα προστατεύεται από την Ευρωπαϊκή Οδηγία Οικοτόπων 92/43, από τη Συνθήκη της Βαρκελώνης, καθώς και από την Ελληνική νομοθεσία.

 

Λιβάδια Ποσειδωνίας (Posidonia oceanica)

ποσειδωνία

Η Ποσειδωνία (Posidonia oceanica) είναι γένος μονοκοτυλήδονων ανθοφόρων φυτών. Αν και ανήκει στα αγγειόσπερμα φυτά, φυτρώνει στον βυθό της θάλασσας. Απαντάται στη Μεσόγειο θάλασσα και στις νότιες και δυτικές ακτές της Αυστραλίας. Στην περιοχή της Μεσογείου φυτρώνει το είδος Posidonia oceanica όπου σχηματίζει εκτεταμένα πυκνά υποθαλάσσια λιβάδια τα οποία θεωρούνται μεγάλης περιβαλλοντικής σημασίας. Ανάλογα με την διαύγεια του νερού, βρίσκεται σε βάθος από ένα 1 έως 35 μέτρα.

Ο καρπός της επιπλέει και είναι γνωστός στην Ιταλία ως «η ελιά της θάλασσας». Υπόγεια ριζώματα και ρίζες παρέχουν στο φυτό σταθερότητα. Τα φύλλα του φυτού είναι σαν κορδέλες, σε τούφες των 6 ή 7 και φτάνουν σε μήκος το 1,5 μέτρο, ενώ το μέσο πλάτος τους είναι γύρω στο ένα εκατοστό. Είναι χρώματος ανοιχτού πράσινου αλλάζοντας σε καφέ χρώμα με την ηλικία. Ο κύριος εχθρός της Ποσειδωνίας είναι οι ανθρώπινες δραστηριότητες όπως τα παρασυρόμενα δίχτυα βυθού, καθώς και η κατασκευή ξενοδοχείων, λιμανιών κι άλλων υποδομών στις ακτές της Μεσογείου οι οποίες αυξάνουν την ποσότητα ιζήματος που μεταφέρεται στη θάλασσα, αυξάνοντας έτσι την θολότητα του νερού. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μειώνεται το φως που φτάνει στον πυθμένα της θάλασσας, ενώ το ίζημα καλύπτει τα φύλλα της. Τέλος, μεγάλη απειλή για την Ποσειδωνία αποτελούν δύο είδη άλγης, η Caulerpa racemosa και η Caulerpa taxifolia, που έχουν εισβάλλει στην Μεσόγειο και παίρνουν τη θέση της.

Η Οδηγία - Πλαίσιο των υδάτων ορίζει την οικολογική κατάσταση κάθε υδάτινου σώματος, ώστε να αξιολογείται βάσει βιολογικών ποιοτικών στοιχείων. Ως βιοτικός δείκτης της ρύπανσης, η Ποσειδωνία είναι είδος το οποίο είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο σε ένα ρύπο και δίνει πληροφορίες για τη διαβάθμιση του ρύπου στο μέσο, με την απουσία του είδους στην κοινότητα, ακόμη και πριν τα αποτελέσματα της ρύπανσης γίνουν αντιληπτά σε μεγάλη κλίμακα. Τα βασικά κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για την επιλογή ενός βιοτικού δείκτη είναι: η ευαισθησία που παρουσιάζει έναντι των καταπονήσεων, η ικανότητά του να παρέχει με αξιόπιστο τρόπο σύνθετες πληροφορίες, η ευκολία προσδιορισμού, η απλότητα στην δομή του, η αφθονία του, η εφαρμοστικότητά του σε εκτεταμένες γεωγραφικές περιοχές κ.α.

 

Θαλάσσια κητώδη

Φυσητήρας (Physeter macrocephalus)

φυσητήρας

Πόσοι γνωρίζουν άραγε ότι το είδος με τον μεγαλύτερο εγκέφαλο που έχει καταγραφεί ποτέ στο ζωικό βασίλειο και τρίτο μεγαλύτερο σε μέγεθος ζώο του πλανήτη, ζει και στις ελληνικές θάλασσες; Ο φυσητήρας δεν εντυπωσιάζει μόνο με το μέγεθός του αλλά και με την κοινωνικότητά του, το αλάνθαστο σύστημα βιο – σόναρ που χρησιμοποιεί για τροφή και προσανατολισμό αλλά και τις απίθανες ικανότητες δύτη που επιδεικνύει.

Ο Φυσητήρας (Physeter macrocephalus) συναντάται στην Ελλάδα, κατά μήκος της Ελληνικής Τάφρου (από τα δυτικά των Ιονίων νήσων και της Πελοποννήσου ως τα νότια της Κρήτης και τα νοτιοανατολικά της Ρόδου), στο Μυρτώο Πέλαγος και σε περιοχές του Αιγαίου Πελάγους, ο πληθυσμός του φυσητήρα δεν ξεπερνάει τα 300 άτομα. Όταν βρίσκεται στην επιφάνεια, κολυμπά σε ρυθμούς χαλάρωσης με μόλις 7 χλμ/ώρα αλλά αν αποφασίσει να καταδυθεί, η τεράστια ουρά του αποκαλύπτεται και με μία ανάσα μπορεί να φτάσει μέχρι τα 2.000 μέτρα και να παραμείνει στον βυθό ως και μιάμιση ώρα.

Χαρακτηριστικό του είδους είναι ότι κατά τη διάρκεια μιας γέννησης, ολόκληρη η κοινωνική ομάδα βοηθά και προστατεύει τη μελλοντική μητέρα. Οι κοινωνικές ομάδες είναι μεγάλες οικογένειες που αποτελούνται από ώριμα θηλυκά με τα μικρά τους και από ανώριμα, νεαρά άτομα και των δύο φύλων

Οι σημαντικότερες απειλές για τους φυσητήρες είναι οι συγκρούσεις με σκάφη, οι στρατιωτικές ασκήσεις και οι έρευνες για υδρογονάνθρακες, η κατάποση στερεών απορριμμάτων και η τυχαία παγίδευση κατά τις αλιευτικές δραστηριότητες. Ειδικά σε ό,τι αφορά την κατάποση στερεών απορριμμάτων, τα θαλάσσια θηλαστικά συχνά μπερδεύουν τις σακούλες για τροφή, τις καταπίνουν οπότε και φράζεται το πεπτικό τους σύστημα, με αποτέλεσμα να βρίσκουν θάνατο πιθανότατα με φρικτούς πόνους.

Η παρατεταμένη έκθεση σε ήχους, μπορεί να προκαλέσει στους φυσητήρες κώφωση, ενώ το γεγονός ότι κοιμούνται κάθετα, συχνά τους κάνει να πέφτουν θύματα σύγκρουσης με σκάφη.

Βασικά Χαρακτηριστικά αναγνώρισης:

  • Τεράστιο κεφάλι.
  • Χαμηλός πίδακας, που προβάλλεται προς τα αριστερά, παρουσιάζει γωνία 45 ° με την επιφάνεια του νερού.
  • Κοντή καμπούρα αντί για ραχιαίο πτερύγιο, ακολουθούμενη από μια σειρά μικρότερων καμπύλων κατά μήκος της πλάτης.
  • Οι ουραίοι λοβοί είναι  τριγωνικοί, με βαθιές εγκοπές σχήματος V.
  • Σκούρο σώμα και ζαρωμένο δέρμα.
  • Συνήθως επιπλέει ακίνητος στην επιφάνεια, αν και μπορεί επίσης να κάνει θεαματικά άλματα έξω από το νερό.
  • Παρατηρείται σε ομάδες από 3 έως 7 άτομα.

 

Φωκαιάνα (Phocoena phocoena)

φωκαιάνα

Η φώκαινα (Phocoena phocoena) είναι ένα από τα μικρότερα θαλάσσια κητώδη. Χαρακτηρίζεται ως ιδιαίτερα «ντροπαλό» οδοντοκητώδες (μέσο μήκος 1,4 μέτρα) και είναι ένα πολύ σπάνιο θηλαστικό το οποίο έχει εμφανιστεί 4 φορές στα 20 τελευταία χρόνια στο Βόρειο Αιγαίο. Αν αναλογιστεί κανείς πως σε όλη τη μεσόγειο έχει εμφανιστεί συνολικά μόνο 5 φορές και θεωρείτο κητώδες εξαφανισμένο ήδη από τον περασμένο αιώνα, αυτό είναι πολύ σημαντικό. Δεν περιλαμβάνεται στη κόκκινη λίστα των απειλούμενων ειδών μάλλον γιατί το θεωρούσαν ήδη εξαφανισμένο. Ο πληθυσμός που ζει στο Θρακικό και Βόρειο Αιγαίο Πέλαγος θεωρείται ο μοναδικός της Μεσογείου!. To επιστημονικό της όνομα, Phocoena phocoena, προέρχεται από την αρχαία Eλληνική λέξη «φώκαινα» που χρησιμοποίησε ο Αριστοτέλης ο οποίος παρατήρησε το θαλάσσιο αυτό θηλαστικό και έγραψε γι αυτό. Οι φώκαινες ζουν έως 24 χρόνια και καταδύονται σε βάθος μέχρι 41 μέτρα. Ζουν σε ομάδες των δύο έως δέκα ατόμων, ωστόσο κυνηγούν χωρίς ιδιαίτερη συνεργασία μεταξύ τους, σε αντίθεση με τα περισσότερα είδη δελφινιών.

Εκτός από το πολύ μικρότερο μέγεθος σε σχέση με τα δελφίνια, τα κύρια χαρακτηριστικά της είναι η έλλειψη του διακριτού ρύγχους των δελφινιών και το τριγωνικό ραχιαίο πτερύγιο (σε σχέση με το "δρεπανοειδές" των δελφινιών).

Ατομικά χαρακτηριστικά αναγνώρισης:

  • Αμυχές στο οπίσθιο μέρος του ραχιαίου πτερυγίου.
  • Ουλές στο ραχιαίο πτερύγιο ή στο πίσω μέρος του σώματος.

Όπως και όλα τα υπόλοιπα θαλάσσια θηλαστικά, η φώκαινα απειλείται από πετρελαϊκή ρύπανση, όχληση, κλιματική αλλαγή, ηχορύπανση, παρενόχληση από σκάφη αναψυχής αλλά κυρίως από στρατιωτικές ασκήσεις και έρευνες για υδρογονάνθρακες. Ακριβώς επειδή ζει κοντά στις ακτές είναι αρκετά ευάλωτη στις απειλές που έχουν να κάνουν με αλιευτικές δραστηριότητες, οπότε και τραυματίζεται ή πέφτει θύμα τυχαίας παγίδευσης σε αλιευτικά εργαλεία. Επίσης, εξαιτίας της υπεραλίευσης των ιχθυαποθεμάτων, η μείωση της τροφής της αποτελεί μια πολύ σημαντική απειλή.

Λόγω του εξαιρετικού ενδιαφέροντος της παρουσίας αυτού του μικρού κητώδους στις Eλληνικές θάλασσες ξεκίνησε το πρόγραμμα «Φώκαινες Βορείου Αιγαίου» το 1998 με την υποστήριξη της IFAW (Διεθνές Ταμείο για την Προστασία των Ζώων).

 

Ζιφιός (Ziphius cavirostris)

Ζιφιός

Από τους καλύτερους δύτες της θάλασσας καθώς μπορεί να καταδυθεί και να μείνει σε βάθη μεγαλύτερα των 2.000 μέτρων, αλλά και αρκετά δυσπρόσιτος, ο ζιφιός (Ziphius cavirostris) απαντάται στις ελληνικές θάλασσες και έχει τα ίδια «στέκια» με τον φυσητήρα. Πιο συγκεκριμένα, παρατηρούμε σταθερά το είδος σε Νότια Κρήτη και Δυτική Λευκάδα, ενώ προτιμά τα σημεία με απότομη κλίση, όπου το βάθος αυξάνεται απότομα. Με μήκος περίπου 5 μέτρα είναι μεγαλύτερος από τα δελφίνια. Τρέφεται αποκλειστικά ή κυρίως με καλαμάρια. Στην Ελλάδα, το 50% των παρατηρήσεων αφορά μοναχικά άτομα, το 40% αφορά ζεύγη και ένα 10% αφορά ομάδες 3 ‐5 ατόμων. Ο ζιφιός, εκτός από τη Μεσόγειο, είναι ένα κοσμοπολίτικο είδος που εξαπλώνεται σε όλες τις θάλασσες του κόσμου.

Ζιφιός έχει ένα συμπαγές αλλά μακρύ σώμα, χαρακτηριστικό της οικογένειας Ziphiidae. Το ρύγχος και το πεπόνι δεν είναι ευδιάκριτα, το πεπόνι όμως μπορεί να είναι μεγαλύτερο στα ενήλικα αρσενικά. Το ρύγχος είναι καμπυλωτό. Ο Ζιφιός έχει δύο αυλακώσεις στον λαιμό σε σχήμα V. Ένα άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμα του είδους είναι μια ελαφρά κοιλότητα στην κορυφή του κεφαλιού, η οποία παρατηρείται πιο εύκολα σε μεγαλύτερα άτομα. Το ραχιαίο πτερύγιο είναι παλινδρομικό, μικρό και τοποθετημένο αρκετά πίσω. Η ουρά είναι μεγάλη και δεν παρουσιάζει πάντα μια κεντρική εγκοπή. Τα πτερύγια είναι μάλλον μικρά και μπορούν να είναι κρυμμένα σε πλάγιες κοιλότητες που ονομάζονται τσέπες, προκειμένου να εξασφαλιστεί μεγαλύτερη υδροδυναμική κολύμβηση. Ο Ζιφιός είναι ίσως το κητώδες το οποίο παρουσιάζει την μεγαλύτερη ποικιλία χρωματισμών,  κυμαίνονται από σκούρο γκρι (κυρίως σε ενήλικα αρσενικά) έως κοκκινωπό καφέ (κυρίως σε θηλυκά). Μπορεί να έχει δύο πιο ανοιχτόχρωμες περιοχές γύρω από το κεφάλι και στην κοιλιά. Το κεφάλι και τμήμα της πλάτης μπορεί να είναι εντελώς λευκά στους ενήλικες. Τα μάτια περιβάλλονται από σκούρο χρωματισμό. Τα μεγαλύτερα άτομα εμφανίζουν περισσότερες αμυχές,  και κυκλικά σημάδια, τα οποία μπορεί να οφείλονται σε μικρούς καρχαρίες.

 

Άλλα σημαντικά θαλάσσια προστατευόμενα είδη

Θαλάσσιο Πετρόμυζο (Petromimizum marinus)

Πετρόμυζο

Τα θαλάσσια πετρόμυζα, θαλάσσιες λάμπραινες ή κοινώς λάμπραινες ανήκουν σε μια ομάδα ψαριών που ονομάζονται Agnathans, τα οποία στερούνται γνάθου. Παρόλο που ταξινομείται στο υπόφυλλο Vertebrata, το είδος αυτό στερείται σπονδύλων, και ολόκληρος ο σκελετός τους είναι χόνδρινος. Οι λάμπραινες είναι γνωστές για την αμέτρητη σωματική τους διάπλαση και τα μακρά κυλινδρικά σώματα. Συχνά συγχέονται εσφαλμένα με τα χέλια. Τα μέλη αυτού του είδους έχουν ένα ορατό σημείο ματιών τοποθετημένο σε κάθε πλευρά του κεφαλιού τους πίσω από ένα μόνο ρουθούνι και πάνω από ένα σύνολο επτά ανοιγμάτων. Το στόμα τους παίρνει ένα ωοειδές σχήμα, ενώ συνδέεται με τον ξενιστή τους, αλλά μόλις το ανοίξει γίνεται μεγαλύτερο από το  κεφάλι και το φάρυγγα μαζί. Στο εσωτερικό του οβάλ σχήματος στόματος υπάρχουν πολλές σειρές μεγάλων δοντιών που είναι στραμμένα προς τα μέσα. Οι λάμπραινες της θάλασσας έχουν δύο ραχιαία πτερύγια αλλά στερούνται οποιωνδήποτε ζευγαρωμένων πτερυγίων. Όταν συμβαίνει η ωοτοκία, τα αρσενικά αναπτύσσουν μια ξεχωριστή κορυφογραμμή κατά μήκος της πλάτης τους και τα θηλυκά αναπτύσσουν μια έντονη πτυχή του δέρματος πίσω από την οπή τους.

Οι λάμπραινες της θάλασσας είναι το μεγαλύτερο και πιο επιθετικό είδος φανταχτερού, που κυμαίνεται από 15,2 έως 30 cm σε μήκος ως νεαρά και 30 έως 100 cm σε μήκος ως ενήλικες. Οι ενήλικες μπορούν να ζυγίζουν έως και 2,5 κιλά. Εκτός από το μήκος, υπάρχουν πολλές βασικές διαφορές μεταξύ των ενηλίκων και των νεαρών θαλάσσιων λάμπραινων. Το χρώμα είναι συχνά ένας καλός δείκτης ηλικίας. οι προνύμφες γενικά είναι πρασινόφαιες, ενώ τα ενήλικα είναι καστανόχρωμα και τείνουν να γίνονται ανοικτόχρωμα, όταν είναι έτοιμοι να αναπαράγονται. Μια άλλη βασική διαφορά αφορά τα ραχιαία πτερύγια ενώ είναι χωριστά στα νεαρά άτομα, αυτά αρχίζουν να συμπτύσσονται καθώς τα ατομα αυτά φτάνουν στην ενηλικίωση.